ὑπομονή

ἡ ὑπομονή ['пребывание'] стойкость, терпение

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ὑπομονή" в других словарях:

  • υπομονή — η терпение …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ὑπομονῇ — ὑπομονή remaining behind fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπομονή — remaining behind fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • υπομονή — η / ὑπομονή, ΝΑ [ὑπομένω] ιδιότητα ή κατάσταση τού υπομονητικού, εγκαρτέρηση 2. ανοχή, ανεκτικότητα (α. «είναι εκπληκτική η υπομονή που δείχνεις στις προσβολές που σού κάνει» β. «ἡ δὲ ἀπόνοιά ἐστιν ὑπομονή, αἰσχρῶν ἔργων τε καὶ λόγων», Θεόφρ.)… …   Dictionary of Greek

  • υπομονή — η το να υπομένει κάποιος, να ανέχεται, να μη δυσανασχετεί, να μη βιάζεται, η καρτερία: Έχει μεγάλη υπομονή …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • υπομονή — [ипомони] ουσ. Θ. терпение, выносливость …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ὑπομονῆι — ὑπομονῇ , ὑπομονή remaining behind fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπομοναῖς — ὑπομονή remaining behind fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπομοναί — ὑπομονή remaining behind fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπομονῆς — ὑπομονή remaining behind fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ὑπομονήν — ὑπομονή remaining behind fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.